Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικές Γιορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικές Γιορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Η πορεία προς το μέτωπο.

 



«Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ώς τότε οι Αρτινοί από Χειμάρρα ώς Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

[...] Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να 'ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι όπου κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. "Όι όι, μάνα μου", "όι όι, μάνα μου", και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου».*

*Απόσπασμα από «Το Άξιον Εστί» των Μίκη Θεοδωράκη - Οδυσσέα Ελύτη. Αφήγηση: Μάνος Κατράκης.

Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών, της Δώρας Σελλά.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Το επικίνδυνο μήνυμα της υπουργού Παιδείας.


Άρθρο του Αδάμ Γιαννίκου
Αναδημοσίευση από το TVXS

Πότε ξεκίνησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος; Αν πιστέψουμε το γραπτό μήνυμα που έχει την υπογραφή της Νίκης Κεραμέως και δημοσιοποιήθηκε με αφορμή την επέτειο του «Όχι», όχι πριν την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την ανάγνωση που θέλει τον «Ελληνισμό» να μην πτοείται από τον κατακτητή «στις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου». Ως γνωστόν αυτός ο πόλεμος είχε ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο του 1939 –και όχι τον Οκτώβριο του 1940– με την εισβολή του ναζιστικού γερμανικού στρατού στην Πολωνία.

Αυτό, όμως δεν είναι το χειρότερο. Ο συντάκτης του κειμένου επιλέγει να αναφερθεί γενικά και αόριστα σε «δυνάμεις του μίσους και της βίας». Πουθενά δεν γίνεται λόγος για φασισμό ή ναζισμό, παρά μόνο για «ακραίες φωνές του λαϊκισμού». Μένει ο αναγνώστης με την αίσθηση ότι στα βουνά της Πίνδου το ‘40 εισέβαλε ο λαϊκισμός. Οι Έλληνες δε «αντιτάχθηκαν», δεν αντιστάθηκαν, λες και η λέξη «αντίσταση» δεν ταιριάζει σ’ ένα τέτοιο μήνυμα, μην έχοντας θέση στην ιστορική μνήμη.

Η συγκυρία κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα, καθώς η δίκη της Χρυσής Αυγής βρίσκεται στην τελική της φάση, με τις απολογίες των μελών της. Αν υπουργός Παιδείας αφήνει να εννοηθεί σε γραπτό μήνυμα ότι κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο πολεμήσαμε τις δυνάμεις του λαϊκισμού, τότε δεν μένει τίποτα να προσάψει κανείς στον κάθε Μπαρμπαρούση όταν δηλώνει ενώπιον της Δικαιοσύνης ότι χαιρετά ναζιστικά γιατί είναι ο πιο ωραίος χαιρετισμός.

Με την υποβάθμιση του φασισμού και του ναζισμού σε λαϊκισμό, μπορεί ο κάθε φασίστας να υπερασπιστεί τις πράξεις του στο όνομα μιας λανθάνουσας αισθητικής του λαϊκισμού, αποφεύγοντας λογικοφανώς την ταυτοτική σύνδεση των συμβόλων που χρησιμοποιεί με τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορείται. Αν ο Χίτλερ ήταν απλώς ένας λαϊκιστής, τι κακό έχει το να αντιγράφουμε απλώς με τη σειρά μας τον θεατρινισμό της εξουσίας του;

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ένας φιλελεύθερος πολιτικός εμφορείται από φασιστικές ιδέες. Όμως, το εξωφρενικό των παραπάνω δύο διατυπώσεων είναι αυτό τελικά που ενώνει αδιόρατα όσο και διαχρονικά το αστικό σώμα των ιδεών του Διαφωτισμού με την καρκινογένεση που συνιστά η άρνηση του Διαφωτισμού στο πεδίο.

Η εγχώρια αστική τάξη έχει γαλουχηθεί στον αντικομμουνισμό. Έχουν περάσει οκτώ δεκαετίες από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και τα δράματα που ακολούθησαν. Είναι καιρός να πάψει η ανιστόρητη εξίσωση κομμουνισμού και ναζισμού, προτού μια νέα γενιά λουμπενοποιημένων στοιχείων βρει στον αναθεωρητισμό τη νομιμοποίηση που χρειάζεται για να επιβάλλει οριστικά στις κατακερματισμένες κοινωνίες έναν νέο ολοκληρωτισμό πολύ πιο γοητευτικό και επικίνδυνο.

Ο αναθεωρητισμός είναι ο πιο ωραίος χαιρετισμός. Ας μην ανακαλύπτουμε τη σημερινή Αμερική. Εκεί πολλοί νομίζουν ότι ο Β' ΠΠ ξεκίνησε στο Περλ Χάρμπορ.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Η πορεία προς το μέτωπο (από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη).



Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ’ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ’χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.

Από τη συλλογή Το Άξιον εστί (1959)

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 136-139]

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Περί αριστείας και παιδείας. Περί σημαίας και σημασίας…


του Παναγιώτη Μαυροειδή
Αναδημοσίευση από τον Σελιδοδείκτη

Η αντιπαράθεση περί αριστείας και σημαίας είναι πολύ παλιά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός, ότι αυτή η συζήτηση γίνεται ενιαία.

Κατά την κυρίαρχη άποψη, η ουσία στην παιδεία, το κίνητρο και η επιβράβευση ταυτόχρονα, είναι η «αριστεία» και η απόδοση τιμής σε αυτήν. Μια μορφή της τιμής είναι και το κράτημα της σημαίας. Το τελευταίο -τι σύμπτωση!- εμφανίζεται στενότατα συνδεδεμένο με τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και τις εθνικές στρατιωτικές παρελάσεις.

Αν μη τι άλλο, είναι μια συζήτηση καθόλου αθώα.

Στην πιο χυδαία εκδοχή της, η περίφημη «αριστεία», σχετίζεται με κάποια βαθμολογική επίδοση: Άριστος είναι αυτός με το μεγαλύτερο βαθμό.

Πότε ακριβώς όμως κρίνεται κάποιος ως άριστος;

Όσοι και όσες περάσαμε σε μια πανεπιστημιακή σχολή, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι «παιδιά- άλογα» που αρίστευσαν στις εισαγωγικές εξετάσεις – συχνά με μεγάλο προσωπικό τίμημα- δε συνεχίζουν πλέον με τις ίδιες επιδόσεις. Αντίθετα, παιδιά που οριακά πέρασαν σε κάποια σχολή ή πού γράφτηκαν σε αυτήν μέσω ειδικών κατηγοριών και με πολύ χαμηλή βαθμολογία, «ξαφνικά» αποδεικνύονται μεγάλα «αστέρια».

Σε τι ακριβώς μετριέται ένας άριστος μαθητής;

Ο Βαμβακάρης ήταν αγράμματος, ήταν ωστόσο ένας μάγος της μουσικής. Γενικότερα, πολλά παιδιά με καλλιτεχνικές «επιδόσεις», πολλά εκ των οποίων πραγματικά «χαϊδεύουν» και θεραπεύουν με την πολιτιστική τους δημιουργία όλους εμάς τους υπόλοιπους, έχουν χαμηλές επιδόσεις στα υπόλοιπα μαθήματα. Το ίδιο ισχύει και για πολλούς αθλητές. Άραγε ο Ατεντοκούμπο ήταν άριστος στα μαθήματα; Με ποιο κριτήριο λοιπόν θα αναζητηθεί ο άριστος; Μήπως θα διαλέξουμε ανάμεσα στα Μαθηματικά και τη Μουσική ή ανάμεσα στην Ιστορία και την Πληροφορική;

Ας αναρωτηθούμε επίσης, με ποια κλίμακα επιδόσεων και βαθμών μετριέται η αρετή;

Πώς θα μπορούσαμε να κατατάξουμε με βαθμό την «επίδοση» στην ευγένεια, την καλοσύνη, τον αλτρουισμό ή την αλληλεγγύη; Άραγε πως θα αποτιμήσει μια σχολική μονάδα ένα αγόρι 15 χρονών από τη Συρία που μπορεί να κουβάλησε μερόνυχτα στην πλάτη του την άρρωστη μητέρα του ή το κορίτσι από τη Σομαλία που έχει μάθει να μοιράζεται τη λιγοστή μπουκιά της με τα άλλα προσφυγόπουλα μέσα σε μια σάπια βάρκα; Έγραφε σχετικά ο Γιώργος Σεφέρης:

«Τα γράμματα είναι από τις πιο ευγενικές ασκήσεις κι από τους πιο υψηλούς πόθους του ανθρώπου. Η παιδεία είναι ο κυβερνήτης του βίου. Κι επειδή οι αρχές αυτές είναι αληθινές, πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του και μια κακή παιδεία εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος».

Γνωρίζουμε από την κοινή μας εμπειρία και τη χρήση της γλώσσας ότι κάθε λέξη και έννοια νοηματοδοτείται πάντοτε σε συνδυασμό με άλλες και στο πλαίσιο αξιών και σημασιών που τίθενται.

Το ξεχώρισμα και παίνεμα ενός ανθρώπου για οποιαδήποτε λόγο μπορεί να αποτελεί μια καλοπροαίρετη ενθάρρυνση και αγαθή επιβράβευση. Κάλλιστα όμως μπορεί να είναι και ένα χυδαίο και με υπολογισμό …«γλείψιμο», ποντάροντας (σε) και ενισχύοντας τον ναρκισσισμό του. Ακόμη πιο συνηθισμένο είναι να συνιστά ταυτόχρονα ένα σκόπιμο «κόντεμα» άλλων ανθρώπων που σχετίζονται με τον επαινούμενο. Στους χώρους εργασίας τα παραπάνω είναι σαφώς εμφανέστερα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στην καθημερινή κοινωνική ζωή και στις ανθρώπινες σχέσεις, είναι λιγότερο καταδυναστευτικά.

Τα τελευταία χρόνια γίνεται η συζήτηση για την «αξιολόγηση» στο σχολείο ή/και το δημόσιο γενικά. Ωστόσο, στον ιδιωτικό τομέα και ειδικά στις μεγάλες επιχειρήσεις και ακόμη περισσότερο τις πολυεθνικές, η αξιολόγηση αποτελεί μια χρόνια πρακτική διαχείρισης προσωπικού από μεριάς των διοικήσεων. Κάθε αξιολόγηση ή/και προαγωγή/ανταμοιβή, στο συγκεκριμένο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματος και της εγγενούς ανισοτιμίας διοίκησης και εργαζόμενου, συνιστά εκ των πραγμάτων απόρριψη ή/και εξοβελισμό/απόλυση. Ποτέ καμία εταιρεία δε μιλά για απολύσεις ή για υποβάθμιση μισθού ή ρόλου. Πάντα μιλά για «αξιολόγηση». Έτσι τα προηγούμενα φαίνονται ως «φυσική» συνέπεια της δεύτερης, αν και αποτελούν ήδη προειλημμένες αποφάσεις της, αν όχι για τον κάθε συγκεκριμένο εργαζόμενο, σίγουρα για τους εργαζόμενους ως σύνολο. Για να φανεί δε η διαδικασία ως αντικειμενική και αξιοκρατική, ανατίθεται σε «εξωτερικό» σύμβουλο, με τη διοίκηση της εταιρείας να έχει έτσι το περιθώριο ακόμη και να …συλλυπηθεί τον εργαζόμενο με το «άτυχο» αποτέλεσμα.

Ας επανέλθουμε όμως στο σχολείο και τους βαθμούς του. Είναι συχνό φαινόμενο οι γονείς να προβάλλουν τις δικές τους επιθυμίες και στόχους πάνω στα παιδιά τους: «Σε θέλουμε να είσαι ο άριστος!». Σπάνια αναρωτιούνται και οι ίδιοι για το πόσο περατά είναι τα σύνορα ανάμεσα στη θετική, δημιουργική ενθάρρυνση για το καλύτερο και την καλλιέργεια ενός τρομακτικού άγχους (ή/και καταστροφικής αλαζονείας) με σοβαρότατες συνέπειες στα παιδιά. Το τίμημα είναι συχνά εξαιρετικά βαρύ, όχι απλά για να βγει κάποιος «πρώτος», σε μια κούρσα που θυμίζει ιππόδρομο (χωρίς να λείπουν τα ντοπαρίσματα κάθε είδους), αλλά είναι εξίσου ολέθριο το βάσανο να παραμείνει κανείς στην κορυφή χωρίς να καταπέσει.

Τι σημαίνει στα αλήθεια όλο αυτό, την ίδια στιγμή, για τα παιδιά που δεν «αριστεύουν»; Συνήθως, λιγότερο αναπτύσσονται κίνητρα και αισθήματα «ευγενικής άμιλλας» και περισσότερο αυτά της ταπείνωσης και της κατωτερότητας που λειτουργούν μάλλον αντίθετα, δηλαδή καθηλωτικά. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο πολλοί γονείς να αντιλαμβάνονται αυτό το πρόβλημα όταν εμφανίζεται μεταξύ των δικών τους παιδιών, όχι όμως στην γενική κλίμακα του σχολείου.

Οι οπαδοί της «αριστείας με σημαία», αρέσκονται να οχυρώνονται πίσω από την Ομηρική φράση: «Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων» («Πάντοτε να αριστεύεις και να αναδεικνύεσαι υπέρτερος των άλλων»). Ελάχιστη όμως είναι η προσπάθειά τους να στοχαστούν πάνω σε αυτήν. Θεωρούν πως εύκολα κατατροπώνουν όσους στέκονται κριτικά στις δοξασίες τους, αποδίδοντάς τους είτε εχθρότητα προς τους «άξιους και ικανούς» και προτίμηση προς τους «τεμπέληδες μέτριους», είτε αποστροφή προς την ατομική διάκριση σε όφελος μιας γενικής ισοπέδωσης όλων στη μετριότητα.

Θα μπορούσε να απαντήσει κανείς εμπειρικά αναφερόμενος στις δικές τους καταφανείς μετριότητες. Δεν πάει πολύ να μιλούν για «αριστεία» οι κατασκευασμένοι αστέρες που διέπρεψαν ως τηλεοπτικοί βιβλιοπώλες (βιβλίων που πωλούνται «με το κιλό»), στυλ Άδωνι Γεωργιάδη; Μας λέει κάτι το γεγονός ότι «πρώτοι» και πρωθυπουργοί, μένουν στη λαϊκή μνήμη ως Γιωργάκης ή Κωστάκης; Ή μήπως πια αυτή η αριστεία δε θέλει προσωπικό μόχθο αλλά κληρονομιά και «όνομα»; Πώς αλλιώς παρά μόνο έτσι, μπορεί να είναι επίδοξος πρωθυπουργός ένας Κυριάκος, που αμφιβάλλουμε αν θα μπορούσε χωρίς βοήθεια να χωρίσει δύο γαϊδουριών άχυρο;

Όλοι αυτοί, όπως και σπουδαιότεροι πνευματικοί ταγοί τους, κάνουν συγκεκριμένες αξιακές, ιδεολογικές συνδέσεις, εξαιρετικά στρατευμένες, όταν μιλούν για αριστεία, ατομική διάκριση και πρόοδο.

Θέλουν να συνδέσουν την πρόοδο με την ατομική και μόνο προσπάθεια, ενώ κρύβουν την απουσία της προόδου για τη μεγάλη πλειοψηφία, ακριβώς επειδή ζει σε μια κοινωνία που διηθεί με αλλεπάλληλα ταξικά φίλτρα.

Θέλουν, κατά τον ίδιο τρόπο, να αποδώσουν την κατάσταση έλλειψης, φτώχειας, μιζέριας και ελλείμματος νοήματος ζωής και προοπτικής, με την ατομική ανικανότητα των «πολλών και άχρηστων» και όχι με το πλαίσιο που μαθηματικά και εν τω συνόλω τους αποκλείει.

Στον αντίποδα αυτής της υποκριτικής ή ωμά διατυπωμένης λογικής κοινωνικού δαρβινισμού, κάθε άλλο παρά βρίσκεται η ισοπέδωση όλων και μάλιστα στη μετριότητα. Ισότητα μεταξύ των ανθρώπων δε σημαίνει ομοιότητα και ταύτισή τους. Ευτυχώς όλοι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί μεταξύ τους. Σε μια αταξική κοινωνία, χωρίς κληρονομημένες και θεσμικά κατοχυρωμένες κοινωνικές, ταξικές και πολιτικές διακρίσεις, μπορούν να είναι όμορφα και δημιουργικά ίσοι, ακριβώς επειδή θα είναι ακόμη περισσότερο διαφορετικοί μεταξύ τους και μάλιστα με ανάπτυξη ακόμη περισσότερων δημιουργικών πεδίων όπου ο καθένας θα μπορεί να διακρίνεται με το δικό του ανεπανάληπτο τρόπο.

Το μεγάλο ζητούμενο είναι μια κοινωνία γενικής κοινωνικής ανύψωσης και ακόμη ειδικότερα μια καθολική παιδεία δημιουργίας της υποδομής και παροχής των εφοδίων για μια συνολική πρόοδο όλων όσοι μετέχουν σε αυτήν. Η παιδεία πάσχει, αυτή βάλλεται και λιθοβολείται, όχι η «αριστεία». Και αυτό είναι το πρόβλημα και με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε θέλει ούτε μπορεί να αγγίξει το ζήτημα μιας αναβαθμισμένης λαϊκής παιδείας έξω από τις επιταγές της αναπαραγωγής της αστικής ιδεολογίας και των άμεσων αναγκών κερδοφορίας του κεφαλαίου όπως τις αντιλαμβάνεται η ΕΕ και ο ΟΟΣΑ. Προτιμά έτσι να ρίχνει φωτοβολίδες στο πεδίο του συμβολικού, ευτελίζοντας έτσι την ίδια την κριτική στην αστική αντίληψη περί της αριστείας.

Οι άνθρωποι και ειδικότερα τα νέα παιδιά, ζώντας και δρώντας μέσα σε ένα κληρονομημένο κοινωνικό, πολιτιστικό, πολιτικό περιβάλλον, δεν έχουν τις ίδιες εμπειρίες και αφετηρίες. Η ανισομετρία είναι δεδομένη και όποιος την αρνείται είναι είτε αφελής είτε άτολμος να σταθεί επαναστατικά και κριτικά απέναντί της. Η κοινωνική πρόοδος, όταν αυτή νοείται πραγματικά με όρους της κοινωνικής πλειονότητας, συγκροτείται εξ αντικειμένου με τους πρωτοπόρους κριτικά σκεπτόμενους και όχι με τους μαζάνθρωπους τηλεθεατές του Άδωνι και της Τατιάνας. Όμως, αυτοί οι «πρώτοι» είναι και οφείλουν να είναι «πρώτοι μεταξύ ίσων». Και αυτό είναι συγκεκριμένο: «άριστος» είναι αυτός που ξέρει να μοιράζεται, να σέβεται, να νοιάζεται τους άλλους, να δρα χωρίς επιβράβευση. Είναι αυτός που αγωνίζεται να συμβάλλει «περισσότερο» στο γενικό συλλογικό αγώνα να σηκωθούν όλοι ψηλότερα σε όλα τα πεδία και να λάμψουν όλοι στα πιο διαφορετικά πεδία, όντας πάντα διαφορετικοί.

Αυτός ο αγώνας, είτε στην πιο απλή μορφή της τιτάνιας προσπάθειας μιας εργατικής οικογένειας ή κοινότητας καταπιεσμένων να επιζήσουν, είτε στη σύνθετη μορφή του γενικού κοινωνικού και πολιτικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργασίας και ζωής από κάθε εκμετάλλευση και καταπίεση, έχει πάντα τις σημαίες του. Η σημαία είναι πάντα το σύμβολο ενός αγώνα. Η ουσία της είναι στο περιεχόμενο του αγώνα και τον τρόπο που τα υποκείμενά του ταυτίζονται με αυτόν.

Ως εκ τούτου, πράγματι, σημασία δεν έχει ποιος κρατάει αυτή τη σημαία, αλλά τι αυτή αντιπροσωπεύει. Είναι σημαία της συγκάλυψης της αθλιότητας ή της αποκάλυψής της και της συλλογικής μάχης για την ανατροπή της;

Και κάτι άλλο όμως έχει σημασία: Τι συνιστά το κράτημά της; Είναι έπαθλο και επιβράβευση ή ανάληψη ατομικής και συλλογικής ευθύνης με ό,τι αυτό συνεπάγεται;

Η σημαία που γράφει «όλα για όλους και τίποτα για μας», θα είναι πάντα η κόκκινη από αίμα, ιδρώτα, και θυμό, μα και δίκιο, έρωτα και πάθος σημαία, με την πιο πανανθρώπινη αξία. Αυτή ακριβώς η σημαία χρειάζεται πολλούς ίσους και διαφορετικούς, άξιους να την κρατήσουν…

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

«ΨΩΜΙ- ΠΑΙΔΕΙΑ- ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» αίτημα σε εκκρεμότητα…



Πολυτεχνείο. Μία λέξη, μία επέτειος, ανέκαθεν συναισθηματικά φορτισμένη. Τοποθετημένη στη νοητή γραμμή του χρόνου που έχουμε στο μυαλό μας, σαν ιστορικό σταυροδρόμι στην πορεία της χώρας. 

Αποτελεί μνημείο εξέγερσης που είχε αιτήματά της τα βασικότερα από τα στοιχεία εκείνου του πολιτεύματος που αποκαλούμε Δημοκρατία: "Ψωμί - Παιδεία - Ελευθερία". 

Αιτήματα που συνεχίζουν να είναι σημαία και των σημερινών μας αγώνων, για μια ζωή αξιοπρέπειας για την παιδεία της ποιότητας , απέναντι στην πολιτική των περικοπών, της εξοικονόμησης δαπανών εις βάρος της ποιότητας του Δημόσιου σχολείου και των εργασιακών μας δικαιωμάτων.. 

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ήταν πράξη βαθύτατα πολιτική, γι αυτό δεν μπορεί να αλλάξουμε τον χαρακτήρα της σε μικροκομματικό, υποβαθμίζοντας την αντίσταση ενός λαού σε ανελεύθερο καθεστώς. 

Ας προσπαθήσουμε, φέτος, να δούμε την επέτειο του Πολυτεχνείου, όπως θα έπρεπε να την βλέπαμε από την αρχή. Σαν μια υπενθύμιση ότι οι Έλληνες, σε συνθήκες ανελευθερίας, ασφυκτιούν και ξεσηκώνονται. Και ενωμένοι σαν λαός, να σεβαστούμε και να τιμήσουμε τη μνήμη των πεσόντων και τον αγώνα ενάντια στη δικτατορία, τον φασισμό, την καταδυνάστευση. 

«Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία» αίτημα σε εκκρεμότητα …σημαία αγώνων για το δικαίωμα σε μια ζωή αξιοπρέπειας! 

Για το ΔΣ 

Η Πρόεδρος          Η Γραμματέας 

Βέτα Κορωναίου    Έφη Βαρβάρου 

Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

Επέτειος 28ης Οκτωβρίου; Ναι, αλλά ποιας 28ης Οκτωβρίου;



Άρθρο του Χρήστου Κάτσικα
Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών.




Όσοι αναπνέουν την κιμωλία μέσα στις σχολικές αίθουσες γνωρίζουν καλά ότι πολλές φορές οι σχολικές γιορτές γι' αυτή ή την άλλη εθνική επέτειο, μόνο χασμουρητά προκαλούν σε όσους, μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, είναι υποχρεωμένοι να τις παρακολουθήσουν.

Ίσως γιατί η κυρίαρχη πολιτική προωθεί την άγνοια του παρελθόντος καθώς γνωρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο υπονομεύει κάθε δυνατότητα δράσης στο παρόν.
Ίσως γιατί στο κλίμα της εποχής ευδοκιμεί η υποταγή σ' ένα παρόν που θεωρείται αυτονόητο και δεδομένο, ενώ συγχρόνως ξεριζώνονται ερωτήματα που μπορούν να υπονομεύσουν αυτή την εικόνα.
Ίσως και γιατί οι περισσότεροι δεν αντέχουν να ακούν σε κάθε επέτειο για πατρίδα, αγώνες, θυσίες και «εθνική υπερηφάνεια», για «εθνική ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία», πολλές φορές άλλοτε από εκείνους που εκποιούν κομμάτι κομμάτι την ελληνική γη και φτωχοποιούν τον λαό, άλλοτε από εκείνους που έχουν σκύψει το κεφάλι σε αυτή την κατάσταση.

Σε ποιον ανήκει η Ιστορία

Ίσως για κάποιους από αυτούς τους λόγους να κοιτούν, δάσκαλοι, γονείς και μαθητές, συχνά τα ρολόγια τους πότε θα τελειώσει κι αυτή η σχολική γιορτή.
Ίσως κάποιοι από αυτούς τους λόγους να πριμοδοτούν την αδυναμία μεγάλου τμήματος των μαθητών να διηγηθούν σε γενικές γραμμές το «τι», το «πώς» και το «γιατί» σε σημαντικούς σταθμούς της νεοελληνικής Ιστορίας δίνοντας την ευκαιρία σε κάποιους σχολιαστές των ΜΜΕ να ξεσκονίσουν τα ρεφρέν τους για τις «ευθύνες των εκπαιδευτικών» και την «αμορφωσιά των σημερινών μαθητών» και να πετροβολήσουν γενικώς και αδιακρίτως το σχολείο και τα ζωντανά του στοιχεία ως αστοιχείωτα, κρύβοντας επιμελώς και υποκριτικά την επίδραση που προκαλούν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητών τα δικά τους «τηλεοπτικά σκουπίδια».

Κι όμως, στην πρώτη επέτειο του ΟΧΙ, το 1941, στα πιο μαύρα χρόνια της φασιστικής κατοχής, χιλιάδες απλοί άνθρωποι, με κίνδυνο της ζωής τους ξεχύθηκαν στους δρόμους της σιδηρόφρακτης Αθήνας για να τιμήσουν την ίδια τους την Ιστορία.
Γιατί αυτή η Ιστορία ανήκει στους απλούς ανθρώπους. Ανήκει στον εργαζόμενο λαό, αυτόν που παράγει με τα χέρια του και το μυαλό του τα μύρια αγαθά ενώ την ίδια ώρα γεύεται πείνα και ανασφάλεια.
Ανήκει σε αυτούς που αγωνίζονται για την καθημερινή επιβίωση γιατί κάποιοι σαν και αυτούς τόλμησαν πριν από εβδομήντα χρόνια να πούνε «ΟΧΙ» στη σκλαβιά, την ίδια ώρα που το σύνολο της κυρίαρχης τάξης, των πλουσίων, των κομμάτων που εξουσίαζαν, οι πολιτικοί πρόγονοι αυτών που σήμερα μιλάνε στις τηλεοράσεις για ανεξαρτησία και δημοκρατία, είτε έφευγαν στο εξωτερικό, είτε συγκυβερνούσαν με τον κατακτητή, φορώντας την στολή των γερμανοτσολιάδων, όπως τους έλεγαν, στα μαύρα χρόνια 1940-1944. Αυτοί που έφτιαξαν τα Τάγματα Ασφαλείας, που τα μέλη τους ορκίζονταν πίστη στις εντολές του Χίτλερ και αξιοποιήθηκαν τόσο κατά την Κατοχή όσο και μετά την απελευθέρωση (από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις που γύρισαν από την Αίγυπτο) ενάντια στην ψυχή της Αντίστασης.

Ήταν αυτοί που έγραφαν το 1941 για τη νύχτα που κατέβηκε η σβάστικα από τον Μανώλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα τα παρακάτω:
"Δεν είναι δυνατόν να ήταν άνθρωποι με σώας τας φρένας αυτοί που υπεξαίρεσαν εν ώρα νυκτός την Γερμανικήν σημαίαν, η οποία εκυμάτιζεν, επί της Ακροπόλεως, παραπλεύρως της Εθνικής μας Σημαίας. Διότι μόνον παράφρονες ή όργανα ξένης προπαγάνδας ημπορούσαν να διαπράξουν μιαν τόσο επαίσχυντο πράξιν. Και είναι βέβαιον ότι, αν οι δράσται του εγκλήματός της περιήρχοντο εις χείρας του ελληνικού λαού, θα λυντσάροντο από αυτόν τον ίδιον ως εχθροί της πατρίδος μας"
(Eφημερίδα «Βραδυνή», 2/6/1941)

Να ανεμίσει η σημαία της αλήθειας!

Χρόνια τώρα την Ιστορία μας τη φόρτωσαν με ψέματα ή μαλάματα και έκρυψαν το πρόσωπό της. Και είναι καιρός να αποκαλυφθεί το αληθινό της πρόσωπο. Οι δάσκαλοι πρώτοι από όλους οφείλουν να αφήσουν τα παραμύθια και να δώσουν στον δράκο το πραγματικό του όνομα, να δείξουν με το χέρι τους κακούς, να αποκαταστήσουν την αλήθεια, να ξεσαβανώσουν τους νεκρούς και να τους βάλουν μπροστά οδηγούς στη δράση.

Να ανεμίσει η αλήθεια:
Ότι ο φασισμός είναι γέννημα-θρέμμα του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού.
Ότι τα πραγματικά αίτια του πολέμου ήταν το μοίρασμα του κόσμου απ΄ τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε σφαίρες επιρροής, αλλά και το τσάκισμα του εργατικού κινήματος.
Ότι οι κύριοι αιμοδότες και πρωτεργάτες της Εθνικής Αντίστασης ήταν το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – ΕΠΟΝ – ότι αυτοί ξεσήκωσαν τον κόσμο και αυτοί σήκωσαν το βάρος της αντίστασης.
Ότι το μεγαλύτερο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου της εποχής ανήκει στους «απόντες» του αγώνα, καθώς η πλειονότητα από τους πολιτικούς που κυβερνούσαν τη χώρα έφυγαν στην Αίγυπτο ενώ δεν έλειψαν και αυτοί που στελέχωσαν τις τρεις «ελληνικές» κατοχικές κυβερνήσεις των κουίσλιγκ χτυπώντας, μαζί με τους κατακτητές, τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, φορώντας ακόμη και την αποκρουστική κουκούλα του προδότη.

Ο στρατηγός Τσολάκογλου και ενώ ακόμα στο βόρειο μέτωπο οι μάχες μαίνονταν, αφού συνεννοείται με άλλους διοικητές μονάδων (τον Δεμέστιχα και τον Μπάκο), απαλλάσσει των καθηκόντων του το στρατιωτικό διοικητή Ι. Πιτσίκα και υπογράφει με τους Γερμανούς συνθήκη ανακωχής. Ο τακτικός στρατός της Ελλάδας διαλύεται και η χώρα παραδίδεται στους Γερμανούς (20 Απριλίου). Ο Κορυζής αυτοκτονεί και ο βασιλιάς διορίζει πρωθυπουργό τον Εμμανουήλ Τσουδερό (21 Απρίλη) και μαζί του λίγο πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα αναχωρεί για την Κρήτη (23 Απρίλη) και μετά για την Αίγυπτο (τέλη Μάη). Το ίδιο έγινε και με πολλές οικογένειες πολιτικών και αστών. Οι ναύτες στα πλοία που τους μετέφεραν έχουν καταμαρτυρήσει απίστευτες σκηνές, με τις κυρίες των πλουσίων να μεταφέρουν όλα τους τα υπάρχοντα, από τα κοσμήματα και τα χρήματά τους μέχρι τα ...σκυλάκια τους.

Στις 27 Απρίλη που οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα ο στρατηγός Καβράκος μαζί με στελέχη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου υποδέχονταν έξω από την Αθήνα το ναζιστικό στρατό. Την επομένη (πρώτη μέρα της γερμανικής κατοχής) ο δήμαρχος Αθηναίων Αμβρόσιος Πλυτάς, αφού παρέδωσε επίσημα την πόλη στο γερμανό διοικητή στρατηγό φον Στρούμε, σε διάγγελμα προς το λαό της Αθήνας, ανακοίνωνε:
«Συνιστώ εις τον Αθηναϊκόν λαόν ζωηρώς πειθαρχίαν εις τας διαταγάς των αρχών, ιδιαιτέρως δε επιμένω, όπως κατανοηθή καλώς υπό πάντων, ότι, μέχρι της 6ης απογευματινής της σήμερον πρέπει να παραδοθούν εις τα οικεία αστυνομικά τμήματα τα υπό των ιδιωτών κατεχόμενα όπλα (κυνηγετικά, στρατιωτικά πιστόλια και μαχαίρια) πλην των παλαιών οικογενειακών κειμηλίων. ...Όπου υψούται ελληνική σημαία πρέπει δεξιά της να υψούται και η Γερμανική". (Αθηναϊκός τύπος 28/4/1941). Και όπως γράφηκε στις εφημερίδες την 6/5/1941, εξέφραζε με τηλεγράφημά του προς τον Χίτλερ την ευγνωμοσύνη "όλων των Αθηναίων προς τον ένδοξο Φύρερ του γερμανικού λαού».

Εξάλλου, από τη Νίκαια της Γαλλίας, όπου είχε μετεγκατασταθεί, ο αστός πολιτικός Ν. Πλαστήρας καλούσε το λαό με επιστολή του να συνεργαστεί με τους κατακτητές:
"Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να γίνει κυβέρνησις φιλογερμανική, για να καταστήσωμεν ολιγώτερον οδυνηράν την ήτταν. Αυτό πρέπει να γίνη και αν ακόμη θα ηξεύραμε ότι ο πόλεμος θα ετελείωνε και μετά τινας μόνον μήνας με τελείαν ήτταν του άξονος (όπερ απίθανον)".
Να σημειωθεί ότι αυτό το γράμμα στάλθηκε την 21 Απρίλη 1941, κι ενώ οι Γερμανοί είχαν περάσει τη Λάρισα και κατέβαιναν προς την Αθήνα.

Στα τέλη του Απρίλη του 1945 οι βρετανικές υπηρεσίες αποκαλύπτουν γράμμα του Πλαστήρα από το 1941, στο οποίο φανερώνει τις πραγματικές του διαθέσεις σχετικά με το πώς έπρεπε να αντιμετωπιστεί το ιταλικό τελεσίγραφο:
"Ο πόλεμος εναντίον μιας μεγάλης δυνάμεως όπως η Ιταλία εκηρύχθη από έλλειψιν επιδεξειότητος της εξωτερικής πολιτικής του καθεστώτος Μεταξά... Τέλη Νοεμβρίου επληροφορήθην, ότι υπήρχεν δυνατότης συμβιβασμού με την Ιταλίαν τη μεσολαβήσει των Γερμανών. Έκανα ό,τι μου ήτο δυνατόν δια να ημπορέση η Ελλάς να επωφεληθεί της ευκαιρίας, αλλά προσέκρουσα εις την εχθρότητα της κυβερνήσεως Μεταξά...". (αναφέρεται στο Eudes: 315).

Στην πραγματικότητα ο "δημοκρατικός" Πλαστήρας, προς τα τέλη του 1940, προσφέρθηκε να οργανώσει φιλογερμανικό πραξικόπημα.

Και μόλις οι Γερμανοί κατέλαβαν την Ελλάδα ο αστικός τύπος έδινε το σύνθημα της υποταγής: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 29/4/1941 έλεγε: "...διά την Ελλάδα τουλάχιστον, ανοίγεται η περίοδος της ειρήνης και της εντός των πλαισίων της ειρήνης αυτής παραγωγικής δραστηριότητος... Αι γερμανικαί αρχαί εμφορούμεναι από τας φιλικωτέρας των διαθέσεων απέναντι του ελληνικού πληθυσμού, τας αρετάς και τα προτερήματα του οποίου δεν ήργησαν να γνωρίσουν, θα τον συντρέξουν- περί τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία- εις πάσαν θετικήν και οικοδομητικήν του προσπάθειαν".
Στην αντίθετη ρότα, λίγους μήνες πριν, στις 31 Οκτωβρίου 1940 μέσα από τις φυλακές της Κέρκυρας ο Νίκος Ζαχαριάδης, Γ.Γ. του ΚΚΕ με το γράμμα του προς τον ελληνικό λαό τόνιζε:
"Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ...Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θα 'ναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της."

Και τότε αίφνης ξαναζωντάνεψαν οι 300 Σπαρτιάτες του Λεωνίδα, οι Μαραθωνομάχοι, οι Σαλαμινομάχοι, οι Ανδρούτσοι, οι Κολοκοτρωναίοι και οι Καραϊσκάκηδες και πιάστηκαν χέρι με χέρι με τους μαυροσκούφηδες του Άρη, με τα παλικάρια της Καισαριανής και της Κοκκινιάς και ενώθηκε ο λαός και οργανώθηκε ο λαός και αγωνίστηκε ο λαός.

77 χρόνια μετά – σήμερα

Από τον καιρό εκείνο, την εποχή των παππούδων και των πατεράδων μας, πέρασαν 77 χρόνια.
Κάποιοι, ακόμη, κρύβονται, πίσω από το τάχα πατριωτικό «όχι» του Μεταξά, που το είπε για να πέσουν μερικοί πυροβολισμοί για την τιμή των όπλων, γιατί αυτό υπαγόρευαν τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης που συνδέονταν με τη Βρετανία, ενώ όταν τον Απρίλη του '41 επιτέθηκε η ναζιστική Γερμανία, μέσα σε λίγες μέρες δόθηκε η εντολή για συνθηκολόγηση άνευ όρων, ενώ ακόμα πολεμούσαν...
Κάποιοι άλλοι, οργανώνουν εκδρομές μνήμης πάνω στα ερείπια της Μακρονήσου, καταθέτουν στεφάνια και σηκώνουν τις γροθιές. Ναι, στον ίδιο εκείνο μαρτυρικό χώρο που «σώπαιναν οι λύκοι γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι», στο ίδιο έδαφος που δολοφονήθηκαν και βασανίστηκαν χιλιάδες λαϊκοί αγωνιστές. Είναι οι ίδιοι, που λίγες μέρες πριν σηκώσουν τις σημαίες της «Αντίστασης», σήκωναν την «αστερόεσσα» των ΗΠΑ, έσταζαν μέλι για τον Τραμπ και εκθείαζαν τη ...διαβολική καλοσύνη του!
Σήμερα, δεν κατεβάζουν πια την ελληνική σημαία από την Ακρόπολη, μόνο τους απεργούς ψεκάζουν σαν τα κουνούπια οι δυνάμεις καταστολής, χτυπώντας και σέρνοντάς τους σαν τα σκυλιά.
Σήμερα, δεν πουλά κανείς το σπίτι του για ένα τσουβάλι σιτάρι στους μαυραγορίτες, αλλά του το κατάσχει η τράπεζα για λίγα ευρώ.
Σήμερα, δεν μας πολεμά η Γερμανία ή οι ΗΠΑ με τανκς και Στούκας, απλώς μας πουλάν τα παλιοσιδερικά τους, έτσι που καταχρεωμένοι δεν μπορούμε να σηκώσουμε κεφάλι.
Σήμερα δεν βομβαρδίζουν τη γη και τα σπίτια μας, δεν καταστρέφουν τα λιμάνια και τα αεροδρόμια μας, απλώς τα κάνουν δικά τους αντί πινακίου φακής.
Σήμερα, δεν κλέβουν τη σοδειά μας, αλλά μας επιβάλλουν πρόστιμα, αν παράγουμε έστω κι ένα κιλό παραπάνω απ΄ το πλαφόν που έχει καθοριστεί στις Βρυξέλλες.
Χιλιάδες οι άνεργοι, η βιομηχανία και η μεταποίηση πέφτει σαν τραπουλόχαρτο και οικονομικά τζάκια, αφού ξεζούμισαν τον εργάτη, το μετανάστη, τον ελαστικό τετραωρίτη μεταφέρουν σαν ύαινες που οσμίζονται το αίμα τα εργοστάσιά "τους" στις διπλανές χώρες των ακόμη πιο φτηνών χεριών.

Η δική μας πατρίδα.

Να το καταλάβουμε. Η μια «πατρίδα μας» ταξιδεύει στα ευρωπαϊκά και τα αμερικάνικα σαλέ, παίρνει μίζες από τις Siemens, σφίγγει το χέρι των νεοκατακτητών, υποκλίνεται σε ξένες σημαίες, συναγελάζεται με τους τοκογλύφους, εφεύρει δεκάδες τρόπους για να θωρακίζει το «είναι» και το «αντέχειν» της από τον εσωτερικό εχθρό της. Τον εχθρό λαό.

Η άλλη πατρίδα τρέχει για το μεροκάματα, ζει με 300 ευρώ, πεθαίνει στην ανεργία και στην αλλότρια εργασία, αναγκάζεται να πληρώνει τις θηλιές των τραπεζών που βλέπουν τα αμύθητα κέρδη τους να αυξάνονται.

Αυτές οι δύο πατρίδες συγκρούονται. Άτυπα και φανερά.. Υπόγεια και στους δρόμους. Άλλοτε δυνατά κι άλλοτε αδύναμα. Αλλά συγκρούονται.

Ο ένας κόσμος δεν έχει τίποτε κοινό με τον άλλον. Στη Ρώμη, το χειρότερο μαρτύριο ήταν όταν έδεναν ένα υγιές κορμί με ένα σαπισμένο ώσπου να σαπίσει και αυτό.

Οφείλουμε να κόψουμε τον ομφάλιο λώρο γιατί αν συνηθίσουμε το κακό, θα του μοιάσουμε!

Κι όποιος, χωμένος στις συστάδες των θάμνων που τον περιβάλλουν, χάνει το δάσος από το οπτικό του πεδίο, δεν έχει παρά να υποβληθεί στη βάσανο να κάνει λίγο πίσω ή λίγο μπρος και να δει τα πράγματα όπως έχουν, όπως φτιάχτηκαν κι όπως προοιωνίζονται για αύριο. Δύσκολα πράγματα, αλλά απολύτως αναγκαία.

Ε, λοιπόν να το καταλάβουν: η δική μας πατρίδα δεν είναι οι εντολές των τοκογλύφων!

Η δική μας πατρίδα δεν είναι οι κυβερνητικοί εντολοδόχοι της οικονομικής ολιγαρχίας και της τρόικας που κάνοντας την ανομία «νόμο», ψήφισαν και επικύρωσαν τους προσυμφωνημένους όρους των ξένων κηδεμόνων.

Η δική μας πατρίδα δεν είναι αυτοί που το λίπος γουργουρίζει ακόμη και στη φωνή τους την ίδια στιγμή που ο γιατρός διέγνωσε υποσιτισμό των μαθητών μας.

Η δική μας πατρίδα δεν είναι αυτοί που φέρνουν τα κοινωνικά δικαιώματα στο απόσπασμα, την ελληνική οικονομία ανέκκλητα στη χρεοκοπία και τη χώρα στη νεοαποικιακή υποδούλωση και λεηλασία.

Όταν η άλλη πλευρά, οπλισμένη με τη θεοσοφία της αγοράς, προτάσσει τα φθηνά οικόσημα και τα τσίγκινα εξαπτέρυγα της ιδιωτικοποίησης και του ξεθεμελιώματος του δημόσιου σχολείου, όταν κηρύσσει από τον άμβωνα την συντριβή των εκπαιδευτικών και σφυρηλατεί νέες χειροπέδες στη γνώση, όταν ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες περιφέρουν το άθλιο σώμα ενός τσακισμένου σχολείου ως αναστάσιμο, όταν το κράτος και η βία σφίγγουν για μια ακόμη φορά τα δεσμά του Προμηθέα...

Τότε επιβάλλεται ο κόσμος της εργασίας να κάνει τους δικούς του ισολογισμούς, να καθαρίσει τα μάτια του από τις χρόνιες τσίμπλες, να «ξορκίσει» την παραλυσία και να τραβήξει τις σωστές διαχωριστικές γραμμές, ενάντια στους «πουρκουάδες», τους ριψάσπιδες και τα σκιάχτρα που φυτεύονται δίπλα του.

Ένα είναι σίγουρο: Κάθε λαβύρινθος και κάθε μινώταυρος μπορεί να αντιμετωπιστεί! Όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων, γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά, παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες των ανθρώπων.


Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Η ιδεολογική χρήση των μύθων του 1821: Σχολείο και μαθητές …στα χαρακώματα της ιστορικής μνήμης!



   Του Χρήστου Κάτσικα  
Αναδημοσίευση από την Αλφαβήτα. 
  
Είναι γενικά αποδεκτό ότι όταν οι άνθρωποι δεν υπακούουν στην ανάγκη ή στη συνήθεια, το σύνολο των ενεργειών τους είναι συνάρτηση της γνώσης ­ ή «γνώσης» ­ που μεταφέρουν. Αυτό σημαίνει ότι κάθε πράξη-παρέμβαση στην κοινωνική πραγματικότητα καθορίζεται σ' ένα μεγάλο βαθμό από τις πληροφορίες που έχουν δεχτεί από το άμεσο κι έμμεσο περιβάλλον, από την οικογένεια, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το σχολείο ­ ειδικά το τελευταίο έχει αποφασιστικό ρόλο στη μετάδοση πληροφοριών λόγω του συνεχούς και οργανωμένου τρόπου μετάδοσης. Σύμφωνα με τον Ε.Α. Ράουτερ, οι πληροφορίες σχηματίζουν κρίσεις και πεποιθήσεις που αποτελούν μέρος του μηχανισμού που κατευθύνει τις ενέργειές μας.
        Στο σχολείο ο μαθητής διαμορφώνει τρόπο σκέψης και δράσης ανάλογα με τις πληροφορίες που έχει δεχτεί. Στο μάθημα της Ιστορίας μαθαίνει, εκτός των άλλων, συγκεκριμένες ανθρώπινες ενέργειες που η ίδια η μελέτη τους επηρεάζει τη χαρακτηροδομή του, συνδιαμορφώνει ­ μαζί μ' άλλους παράγοντες ­ την κοινωνική συνείδησή του.
    Όταν η κοινωνική πραγματικότητα του μακρινού ή του κοντινότερου παρελθόντος παρουσιάζεται σωστά ­ όπως πραγματικά είναι ­ τότε το μάθημα συμβάλλει στη διαμόρφωση κοινωνικής συνείδησης ικανής να «βλέπει», να κατανοεί, να παρεμβαίνει θετικά. Όταν όμως κυριαρχεί η ιστορική ανακρίβεια, τότε διαμορφώνεται κοινωνική συνείδηση πλανημένη, ανίκανη να σχηματίζει σωστή αντίληψη και κρίση και συνεπακόλουθα σωστή πράξη.
         Η Ιστορία αφηγείται ανθρώπινες ενέργειες που σαφώς συνεπάγονται τιμές ή ενοχές για όσους έχουν σχέση μ' αυτές. Με βάση όσα μαθαίνει ο νέος άνθρωπος στο σχολείο, σχηματίζει αξιολογικές κρίσεις για άλλους ανθρώπους, για κοινωνικές ομάδες, στρώματα, τάξεις, σεβασμό και εμπιστοσύνη ή αποστροφή και έχθρα.
        Τα πράγματα, λοιπόν, είναι σοβαρά και επικίνδυνα. Για ποιους; Μα για όσους (κοινωνικά στρώματα, ομάδες, τάξεις) ήταν απόντες από μεγάλα έργα ή έπαιξαν ρόλο αρνητικό ή θεωρούν ότι η αφήγηση κάποιων γεγονότων δεν ευνοεί τις δικές τους θέσεις, την ιδεολογία τους, τους σκοπούς τους. Αυτοί, λοιπόν, χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους απόκρυψης της ιστορικής αλήθειας, όπως την αποσιώπηση, παραποίηση, παρερμηνεία κ.λπ. Όλ' αυτά, σύμφωνα με το επίτιμο μέλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Φανούρη Βώρο, μ' έναν σκοπό: τη δημιουργία πλανημένων κοινωνικών συνειδήσεων που σκέφτονται και ενεργούν σε βάρος των ίδιων τους των συμφερόντων.

Η ιδεολογική χρήση της εικόνας στην Ιστορία
               
       Ποιος Έλληνας, σε όποια ηλικία κι αν βρίσκεται, δεν γνωρίζει να πει δυο λόγια για το «κρυφό σχολειό» ή για το «ξεκίνημα της Επανάστασης στην Αγία Λαύρα στις 25 Μάρτη»; Μπορεί να μη γνωρίζουμε για την τύχη των πρωτεργατών τής Επανάστασης, για την εξάρτηση και τους ξένους προστάτες, για την κατάληξη του αγώνα, όμως όλοι μπορούμε εύκολα να αναφερθούμε στα «δύο πιο σημαντικά γεγονότα της Νεώτερης Ιστορίας μας, στο κρυφό σχολειό και στην ευλογία των όπλων στην Αγία Λαύρα από τον Π.Π. Γερμανό, που αποτέλεσε και αφετηρία της Ελληνικής Επανάστασης. Κι αν μας διαφεύγουν κάποιες λεπτομέρειες των βιβλίων, αν έχουμε ξεχάσει τους αναρίθμητους επετειακούς λόγους, σίγουρα έχουμε αποτυπώσει τα πρόσωπα, τις εικόνες από τους γοητευτικούς πίνακες του Γύζη και του Βρυζάκη, που μαζί με τις φωτογραφίες του Κολοκοτρώνη, του Μιαούλη και άλλων, έμειναν ανέπαφοι ­ χαραγμένοι βαθιά στη μνήμη. Η γοητεία της μορφής, η εικόνα λειτουργεί σαν πληροφορία που δεν δέχεται αμφισβήτηση. Η εικαστική τέχνη θεωρείται ανεκτίμητη πηγή για τη ζωή του γεγονότος ή του μύθου, καθώς βοηθάει να γίνει παρόν το περιεχόμενό τους και καθώς αγγίζει την ίδια τη ζωή τους, λειτουργώντας σαν αυτόπτης μάρτυρας.
         Στην «ανάγνωση» ενός έργου τέχνης, στη διαδικασία της διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας και για την κατανόησή της είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε την ταυτότητά του. Να γνωρίζουμε δηλαδή τον τόπο, τον χρόνο, τις συνθήκες δημιουργίας καθώς και τα κίνητρα, τους στόχους και τον χρηματοδότη του έργου.
     Ας έρθουμε, λοιπόν, στους συγκεκριμένους πίνακες του Γύζη και του Βρυζάκη, καθώς και στους ίδιους τους μεγάλους αυτούς Έλληνες καλλιτέχνες του προηγούμενου αιώνα.
        Ο Γύζης (1824-1901) έκανε ανώτερες σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μονάχου με υποτροφία του ευαγούς Ιδρύματος Τήνου. Με τη φροντίδα, δηλαδή, και την καθοδήγηση της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης διακατεχόταν από βαθιές θρησκευτικές τάσεις και η ζωγραφική του παρέμεινε ερμητικά κλειστή στις μεγάλες αναταραχές που είχαν επηρεάσει το σύνολο των καλλιτεχνών σε Γαλλία και Γερμανία.
      Ο Βρυζάκης (1814-1870), αφού φιλοτέχνησε τη λεγόμενη προσωπογραφία του Όθωνα (1837), έκανε ανώτερες σπουδές στο Μόναχο, αφού πήρε μια μεγάλη υποτροφία (για 10 χρόνια) από τη Βαυαρική κυβέρνηση.
        Ο πίνακας του Βρυζάκη «Ο Μητροπολίτης Π.Π. Γερμανός υψώνει τη σημαία της Ελευθερίας» (1851) και ο πίνακας του Γύζη «Το κρυφό σχολειό» (1886) έγιναν σε μια συγκεκριμένη εποχή. Λίγα χρόνια πριν, είχαν ομαλοποιηθεί οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας που είχαν διαταραχθεί στην περίοδο της Αντιβασιλείας και ήδη είχε επικρατήσει, με συνεργασία των δύο, το στείρο πνεύμα του μεγαλοϊδεάτικου σχολαστικισμού σ' όλη την πνευματική ζωή και βέβαια στην εκπαίδευση. Στην παιδεία επικρατεί η ιεροκρατική αντίληψη και από τα σχολικά αναγνώσματα ως τα σχολικά τραγούδια κυριαρχεί μια ηθικολογία και συνθηματολογία ιεροκρατικής προέλευσης. Βρισκόταν ήδη σε πλήρη εξέλιξη η σκύλευση πάνω στο πτώμα της Επανάστασης του '21. Η Εκκλησία σε πλήρη σύμπνοια με την Πολιτεία μετέδιδε τη δική της εκδοχή για το παρελθόν. «Ίσως ο ρομαντικός εραστής των γλυκερών ιστορικών φαντασιώσεων ν' απογοητευθεί όταν μάθει πως το περίφημο κρυφό σχολείο της τουρκοκρατίας είναι απλούστατα ένα ιστορικό ψέμα» Λίνος Πολίτης
      Για να γράψει κάποιος ιστορία στηρίζεται στις πηγές, στα κάθε λογής κατάλοιπα του παρελθόντος. Οι πηγές για τη μελέτη της Επανάστασης του '21 είναι αρκετά διαφωτιστικές για την Αγία Λαύρα και το Κρυφό Σχολειό. Έτσι εύκολα διαπιστώνουμε ότι:
α. Για την Αγία Λαύρα και τον Π.Π. Γερμανό
    1. Οι Έλληνες και ξένοι ιστοριογράφοι της Επανάστασης αναφέρουν:
* Φιλήμων: «παχυλόν ψεύδος» (Φιλήμονος, Δοκίμιο Ιστορικό Ελληνικής Επανάστασης, τομ. Γ', κβ).
* Σπ. Τρικούπης: «Ψεύδος» (Σπ. Τρικούπη, Ιστορία Ελληνικής Επανάστασης, τομ. Α', σ. 229).
* Φίνλεϋ: «δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια» (Φίνλεϋ, Ιστορία Ελληνικής Επανάστασης, τομ. Α', σ. 217).
   2. Ο Π.Π. Γερμανός στα Απομνημονεύματά του, ενώ εξιστορεί με λεπτομέρειες τα πάντα, δεν λέει τίποτε για την Αγία Λαύρα.
   3. Καμιά αναφορά δεν υπάρχει πουθενά για την Αγία Λαύρα, τουλάχιστον μέχρι το 1835.
β. Για το Κρυφό Σχολειό
     1. Οι Τούρκοι δεν ενδιαφέρονταν για την εκπαίδευση. Τα σχολεία καθ' όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν φανερά και λειτουργούσαν σε αρκετές πόλεις, χωρίς προβλήματα από τους Τούρκους. Δεν υπήρχε, λοιπόν, λόγος για κρυφά σχολειά.
    2. Καμιά ιστορική μαρτυρία της εποχής δεν κάνει λόγο για κρυφά σχολειά ή για απαγόρευση της λειτουργίας σχολείων από τους Τούρκους.
  3. Να τι γράφει ο Γιάννης Βλαχογιάννης που αγωνίστηκε με πάθος να θεμελιώσει στην αρχειακή έρευνα την ιστορία: «Δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολειού».

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε΄: ΠΩΣ ΑΠΟ ΠΟΛΕΜΙΟΣ ΑΝΑΚΗΡΥΧΘΗΚΕ ΣΕ ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Το 1870/71, στον εορτασμό για τα  50 χρόνια από την κήρυξη της Ελληνικής επανάστασης του 1821, με μια επίσημη τελετή γίνεται η ανακομιδή των οστών του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Γρηγορίου του Ε΄ από την Οδησσό στην  Αθήνα και η πανηγυρική ένταξή του στους ήρωες και πρωτεργάτες της ελληνικής επανάστασης. Σύμφωνα με την ιστορικό Γιάννα Κατσιαμπούρα  ο τότε Μητροπολίτης Αθηνών Θεόφιλος αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στον απαγχονισμό του Πατριάρχη από τους Οθωμανούς το Μάρτιο του 1821, στο χλευασμό του σκηνώματος από τους μουσουλμάνους και τους Εβραίους και απέδωσε την ανεύρεση του σώματος μετά τον ποντισμό του στη Θεία Πρόνοια, που εμφανιζόταν να αποτελεί κινητήρια δύναμη της ιστορίας.
    Επρόκειτο για μια ακόμη επινοημένη «κατασκευή» της Ιστορίας, διανθισμένη με το γραμμένο το 1872 -κατά παραγγελία του Πανεπιστημίου Αθηνών- ποίημα «Στον αδριάντα Γρηγορίου του Ε'» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη,  μέσω της οποίας ο Γρηγόριος Ε' ανάγονταν σε σύμβολο του έθνους και σε νεομάρτυρα.
     Την ίδια χρονιά στήθηκαν οι δύο πρώτοι ανδριάντες προς τιμή του Γρηγορίου. Ο ένας κατασκευάστηκε με δαπάνη του Γεωργίου Αβέρωφ και τοποθετήθηκε στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ ο άλλος κατασκευάστηκε με δαπάνη του δημάρχου Οδησσού Γρηγορίου Μαρασλή και τοποθετήθηκε στο προαύλιο του μητροπολιτικού ναού της Αγίας Κυριακής, της γενέτειράς του Δημητσάνας.
   Ωστόσο, ο άνθρωπος αυτός όχι μόνο δεν υποστήριξε την Ελληνική επανάσταση αλλά αντίθετα ήταν, μαζί με την πλειονότητα του ανώτερου κλήρου – σε αντίθεση με την πλειονότητα του λαϊκού κλήρου-  ορκισμένος αντίπαλος της.
    Ήταν αυτός που στην Εγκύκλιο του Μαρτίου 1821 ισχυρίστηκε ότι η κυριαρχία των Οθωμανών ήταν θεόπεμπτη και όποιος οργανώνει ανταρσία εναντίον τους, όπως ο Υψηλάντης και ο Σούτσος, κινείται εναντίον τού Θεού και γι' αυτό η Εκκλησία τον αφορίζει και τον καταδικάζει σε αιώνια τιμωρία.
    Το κείμενο του αφορισμού των Αλεξάνδρου Υψηλάντη και Μιχαήλ Σούτσου που υπεγράφη από τον ελέω Θεού Oικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε' και τους άλλους "αγίους" ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ώστε να προκαλεί πραγματική φρίκη.

     …Η πρώτη βάσις της ηθικής, ότι είναι η προς τους ευεργετούντας ευγνωμοσύνη είναι ηλίου λαμπρότερον και όστις ευεργετούμενος αχαριστεί είναι ο κάκιστος των ανθρώπων. Αυτήν την κακίαν βλέπομεν πολλαχού στηλιτευομένην και παρά των ιερών γραφών και παρ' αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ασυγχώρητον, καθώς έχομεν το παράδειγμα του Ιούδα. Όταν δε η αχαριστία ήναι συνωδευμένη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον της κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου βασιλείας, τότε εμφαίνει και τρόπον αντίθεον, επειδή ουκ έστι, φησί, βασιλεία και εξουσία ειμή υπό Θεού τεταγμένη  όθεν και πας ο αντιττατόμενος αυτή τήθεόθεν εφ' ημάς τεταγμένη κραταιά βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκε.
     …Και τα δύο ταύτα ουσιώδη και βάσιμα ηθικά και θρησκευτικά χρέη κατεπάτησαν με απαραδειγμάτιστον θρασύτατα και αλαζονείαν ο, τε προδιορισθείς της Μολδαυίας ηγεμών ως μη ώφειλε, Μιχαήλ, και ο του γνωστού αγνώμονος και φυγάδος Υψηλάντου αγνώμων υιός Αλέξανδρος Υψηλάντης…
     Και τόσον υμείς οι αρχιερείς, οι μοναστηριακοί, οι ιερωμένοι, και οι προεστώτες και ευκατάστατοι και πρόκριτοι εκάστου τόπου με την άγρυπνον προσοχήν σας, όσον και οι λοιποί εκάστης τάξεως και βαθμού άνθρωποι με τας εκ μέρους σας αδιαλείπτους συμβουλάς και νουθεσίας, και κατά τας πατρικάς και προνοητικάς εκκλησιαστικάς ημών οδηγίας και παραινέσεις να γενήτε εδραίοι και αμετακίνητοι επί του κέντρου του ρεαγιαλικίου, και εξ όλης ψυχής και καρδίας σας να διαφυλλάττετε την πίστιν και κάθε υποταγήν και ευπείθειαν εις αυτήν την θεόθεν εφ' ημάς τεταγμένην κραταιάν και αήττητον βασιλείαν, και να αποδεικνύετε εντελώς με όλα τα πραγματικά της ειλικρινείας σημεία καθότι η μετ' ευχαριστίας και ειλικρινείας υποταγή χαρακτηρίζει και την προς Θεόν αγάπην και πίστιν…
αωκα' εν μηνί Μαρτίω.
Υπεγράφη συνοδικώς επάνωθεν του ιερού θυσιαστηρίου παρά της ημών μετριότητος και της μακαριότητός του και πάντων των συναδέλφων αγίων αρχιερέων.
Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αποφαίνεται.
Ο Ιεροσολύμων Πολύκαρπος συναποφαίνεται.
Ο καισαρίας Ιωαννίκιος.
Ο Νικομηδείας Αθανάσιος.
Ο Δέρκων Γρηγόριος.
Ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος.
Ο Βιζύης Ιερεμίας.
Ο Σίφνου Καλλίνικος.
Ο Ηρακλείας Μελέτιος.
Ο Νικαίας Μακάριος.
Ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ.
Ο Βερροίας Ζαχαρίας.
Ο Δυδιμοτοίχου Καλλίνικος.
Ο Βάρνης Φιλόθεος.
Ο Ρέοντος Διονύσιος.
Ο Κυζίκου Κωνστάντιος.
Ο Χαλκηδόνας Γρηγόριος.
Ο Τουρνόβου Ιωαννίκιος.
Ο Πισειδίας Αθανάσιος.
Ο Δρύστας Άνθιμος.
Ο Σωζοπόλεως Παίσιος.
Ο Φαναρίου και Φερσάλων Δαμασκηνός.
Ο Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμος.

    Η εχθρική αυτή στάση του Γρηγορίου του Ε΄ στην έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης επιχειρήθηκε να δικαιολογηθεί από ορισμένους κύκλους με τον ισχυρισμό ότι η Εγκύκλιος του Μαρτίου του 1821 ήταν προϊόν εξαναγκασμού από την Οθωμανική εξουσία και μιας μέριμνας του ίδιου του Γρηγορίου να προφυλάξει από τις σφαγές τους χριστιανούς. Ωστόσο μια ματιά να ρίξει κανείς στη στάση του Γρηγορίου στη διάρκεια της θητείας του στον Πατριαρχικό θρόνο μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του.
    Κατά τη διάρκεια της πρώτης του κιόλας θητείας (1797-1798) ο Γρηγόριος, όταν ο Ρήγας Φεραίος κυκλοφόρησε την «Νέαν Πολιτικήν Διοίκησιν των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ.Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας», στρέφεται εναντίον του ενώ την ίδια περίοδο κατακεραυνώνει τους κατοίκους των Iόνιων νησιών όταν έφταναν στα νησιά οι Γάλλοι του Nαπολέοντα. «O πονηρός και αρχέκακος όφις έχυσε στις ψυχές τους το φάρμακο της αποστασίας του Θεού. Tους έριξε στην αθεΐα και ασέβεια» (εννοώντας τη διάδοση του ορθολογισμού και του διαφωτισμού).
    O ίδιος ο Kοραής, με το έργο του «Αδελφική Διδασκαλία» (1798) επικρίνοντας τον φιλοτουρκισμό του Πατριαρχείου έτσι όπως αυτός εκφράζεται από φυλλάδιό του («Πατρική διδασκαλία», Έκδοση του Πατριαρχείου) αναφέρει ότι «υπερασπίζει και δικαιολογεί την τυραννίαν των Tούρκων ο συγγραφέας του βιβλίου».

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

ΚΟΤΣΑΜΠΑΣΗΔΕΣ, ΠΑΣΑΔΕΣ ΚΑΙ ΣΕΒΑΣΜΙΟΙ ΔΕΣΠΟΤΑΔΕΣ...

Άρθρο του Νίκου Μπογιόπουλου
Αναδημοσίευση από τον Ίσκρα.

«Σ' Ανατολή και Δύση και Νότον και Βοριά  
για την πατρίδα όλοι να 'χωμεν μία καρδιά  
στην πίστη του καθένας ελεύθερος να ζει  
στη δόξαν του πολέμου να τρέξωμεν μαζί  
Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,  
αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή,  
για την Ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί  
πως είμαστ' αντρειωμένοι παντού να ξακουστεί.  
Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί  
Αράπηδες και άσπροι με μια κοινή ορμή  
για την ελευθερία να ζώσουμε σπαθί  
να σφάξουμε τους λύκους που το ζυγόν βαστούν  
και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά  
τους τυραννούν».  
Αυτά έγραφε τότε ο Ρήγας Φεραίος. Έγραφε κι αυτά:  
«Οταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούη τα παράπονά του, το να κάμη τότε ο λαός ή κάθε μέρος του λαού επανάστασιν, να αρπάζη τα άρματα και να τιμωρήση τους τυράννους του, είναι (το) πλέον ιερόν από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητον από όλα τα χρέη του. Αν ευρίσκωνται όμως εις τόπον, όπου είναι περισσότεροι τύραννοι, οι πλέον ανδρείοι πατριώται και φιλελεύθεροι πρέπει να πιάσουν τα περάσματα των δρόμων και τα ύψη των βουνών, εν όσω ν' ανταμωθούν πολλοί, να πληθύνη ο αριθμός των, και τότε να αρχίσουν την επιδρομήν κατά των τυράννων (...)».  
Κι επειδή έγραφε κι έλεγε αυτά, γι’ αυτό και ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' και οι αυλικοί του είχαν αποφανθεί ότι ο Ρήγας ήταν ένας «διεφθαρμένος τη φρένα»… Όταν, δε, ο Ρήγας και οι σύντροφοί του δολοφονήθηκαν, οι ...άνθρωποι του Θεού και ...προστάτες του Γένους, αγαλλίασαν! Όπως έγραφε ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων, ο Ρήγας και οι σύντροφοί του «εσκόπευον να κάμουν επανάστασιν κατά του κραταιωτάτου Σουλτάνου αλλ' ο μεγαλοδύναμος Θεός τους επαίδευσε κατά τας πράξεις των με τον θάνατον όπου τους έπρεπε (...)».  
Έχουν κάποιο νόημα όλα αυτά ή μήπως να τα αγνοήσουμε και να το ρίξουμε στο τσάμικο αυτής της περίφημης… «εθνικής ομοψυχίας»;  
***  
Τι ήταν ο Παπαφλέσσας; Ήταν ο φλογερός αγωνιστής που γνωρίζουμε; Για το λαό ναι. Αλλά οι κοτσαμπάσηδες και οι σεβάσμιοι δεσποτάδες που τα είχαν κάνει τάτσι μήτσι κότσι με τους πασάδες είχαν άλλη άποψη. Για παράδειγμα, και σύμφωνα με τα λόγια του Παλαιών Πατρών Γερμανού όπως καταγράφονται στα απομνημονεύματά του, ο Παπαφλέσσας – αυτός που θα μνημονεύεται στους αιώνες για τη θυσία του στο μανιάκι - ήταν «... άνθρωπος απατεών και εξωλέστατος περί μηδενός άλλου φροντίζων ειμή τινί τρόπω να ερεθίση την ταραχήν του έθνους...».  
Ποιο το συμπέρασμα; Κουραφέξαλα! Αφήστε τα «συμπεράσματα» και συνεχίστε το τσάμικο…  
***  
Τι ήταν το κίνημα του Υψηλάντη και του Σούτσου που ξεδιπλώθηκε τον Μάρτη του ’21 στην Μολδοβλαχία; Τι ήταν αυτή καθ’ αυτή η Επανάσταση του 1821; Αν μιλάμε για το λαό ήταν η λύτρωση. Ήταν το σάλπισμα για την διεκδίκηση της λευτεριάς και του δίκιου.  
Για τους προύχοντες, όμως, τι ήταν; Για το «ιερατείο» των «κεφαλών του Έθνους» τι ήταν; Μας το πληροφορεί το φιρμάνι του αφορισμού (!) της Επανάστασης (ο αφορισμός εκτός από την υπογραφή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, φέρει την υπογραφή του μητροπολίτη Ιεροσολύμων, καθώς και, μεταξύ άλλων, των μητροπολιτών Καισαρείας, Νικομήδειας, Δέρκων, Ανδριανουπόλεως, Βιζύης, Σίφνου, Ηρακλείας, Νικαίας, Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Διδυμοτείχου, Βάρνης, Φαναρίου, Ναυπάκτου, Χαλκηδόνος, Τυρνάβου...):  
«... αμφότεροι (Υψηλάντης και Σούτσος) αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν ματαιόφρονες εκήρυξαν του γένους την ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους (...) έγινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου. Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν έργον μιαρόν, θεοσταγές και ασύνετον, θέλοντες να διακηρύξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας (...) Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθετοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας (...)».  
Και οι εκπρόσωποι του ...Θεού και του Έθνους φτάνουν στο διά ταύτα και «παραγγέλλουν»:  
«Διά τούτο (...) συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν (…) να διακηρύξητε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακόβουλων ανθρώπων και να τους αποδείξητε και να τους στηλιτεύσητε πανταχού (...) Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεστε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τούς έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ' αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς: ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας. Ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων... αφορισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και μετά θάνατον (...)».  
Πώς πάει το τσάμικο της… «εθνικής ομοψυχίας»; Καλά;…  
***  
Αυτά, λοιπόν, με τους «μέσα». Αλλά υπήρχαν (ποτέ δεν λείπουν) και οι «φίλοι» μας οι «απ’ έξω». Ας πάμε να δούμε τι συνέβη (και) με τους «έξω». Ο λόγος στον Στρατηγό, τον Μακρυγιάννη:  
«Και παραδοθήκαμεν εις την τιμή εσάς των ομοθρήσκων μας Ρούσσων και Άγγλων και Γάλλων να μας σώσετε - κ' εσείς οι φιλάνθρωποι της πρώτες χρονιές πιάνατε ένα αθώον παιδί, ένα αρφανό, οπού γύρευε η τυραγνία να του πάρη την ζωή του και την τιμή του και θρησκεία του και με την βοήθεια του Θεού εσώθη· και οι τρεις εσείς το κιντυνεύετε να το πάτε πάλε εις την δικαιοσύνη του τύραγνου·(…) Τι φαντάζεστε, ότι μας βοηθήσετε, ή μας μολύνετε και μας αφανίσετε; Ξίκι να γίνεταν από 'μας ήταν καλύτερα και το καλό σας και το κακό σας! Ευγνωμονούμενοι Ελληνες γενικώς τους φιλανθρώπους υποκόγους σας, έχομεν χάριτες εις αυτούς τους ευεργέτες μας -καμμιά χάρη 'σ εσάς της ανεμοδούρες, της διαφταρμένες μηχανές δεν έχομεν! Οι τίμιοι άνθρωποι να μην σας ακούσουνε! Ούτε το καλό σας θέλουν να τους κάμετε. Ας σας ευγνωμονήσουνε εκείνοι οπού τους δώσετε τα δάνεια και τα 'φκειασαν λούσια και πολυτέλειες κι' άλλα τοιούτα. Εκεινών εκάμετε καλό με τα δάνειά σας, του Αρμασπέρη, του Κωλέτη, του Μαυροκορδάτου, του Μεταξά και συντροφιές τους (…) δεν θέλω σας ξέρη, ούτε να σας ακούσω! Από αυτά όλα η πατρίδα κλονίζεται, από της οδηγίες της πατρικές των Πρέσβεων και δικώ μας ξενολάτρων».  
Κάπου εδώ η ορχήστρα της «εθνικής ομοψυχίας» μπορεί να το γυρίσει. Είναι η ώρα για το βαλς με τους «εταίρους» μας…  

Συμπέρασμα (γιατί πάντα υπάρχει κάποιο συμπέρασμα):
Πρώτο: Τιμή και δόξα στην Επανάσταση του ’21. Τιμή και δόξα στους επαναστάτες, σε εκείνους που ανάμεσά τους δεν υπήρξε «κανένας φρόνιμος», όπως το λέει ο Κολοκοτρώνης.
Δεύτερο: Τιμή και δόξα στην «επαναστάτισσα Ελλάδα» που ύμνησε ο Πούσκιν και λάτρεψε ο Μπάυρον, τιμή και δόξα στον επαναστατημένο λαό που δεν αρνήθηκε το ευκταίο στο όνομα του «εφικτού», τιμή και δόξα στους «Καραισκάκηδες» που δεν διαπραγματεύτηκαν τον ξεσηκωμό τους με τον Μέτερνιχ.
Τρίτο: «Όσοι το χάλκεον χέρι του φόβου βαρύ αισθάνονται, ζυγόν δουλείας, ας έχουσι. Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία» (Αντρέας Κάλβος).

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Σύλλογος διδασκόντων του 1ου Πειραματικού Δ.Σ. Θεσσαλονίκης του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ: Ανακοίνωση για την επιβολή συμμετοχής του σχολείου μας στην παρέλαση

(Το κείμενο είναι παλιότερο αλλά μας ενδιαφέρει η άποψη που εκφράζει. Από το Τ.Θ.)

Ο Σύλλογος διδασκόντων του 1ου Πειραματικού Δ. Σ. Θεσσαλονίκης  του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ, με αφορμή την άνωθεν επιβολή συμμετοχής του σχολείου μας στην παρέλαση για δεύτερη συνεχή χρονιά, παρά τη διαφορετική μας άποψη, θεωρώντας ότι οι παρελάσεις δεν βρίσκουν ούτε καν στοιχειώδες έρεισμα σε οποιαδήποτε επιστημονική παιδαγωγική προσέγγιση και αντιβαίνουν κατάφωρα τις αρχές του σεβασμού της διαφορετικότητας, της ειρήνης και των ίσων δικαιωμάτων, που το σύγχρονο σχολείο καλείται να υπηρετήσει, αποφάσισε μέσα από τη δημοσιοποίηση αυτού του κειμένου να καταθέσει τις επιστημονικές- παιδαγωγικές του αντιρρήσεις σχετικά με το ρόλο των μαθητικών παρελάσεων συνολικά*.

Μικρό ιστορικό
       Το μαθητικό συμπλήρωμα στις στρατιωτικές παρελάσεις ξεκίνησε στα χρόνια του Μεταξά, όταν η ομοιομορφία της εμφάνισης μαθητών και μαθητριών ήταν δεδομένη, ενώ η στρατιωτικοποίηση της νεολαίας (βλ. Ε.Ο.Ν.) ήταν βασικός στόχος του καθεστώτος. Από τότε οι μαθητικές παρελάσεις συνεχίζονται αδιάλειπτα καθοριζόμενες από  ένα θολό νομοθετικό πλαίσιο -«προαιρετικά και με το ζόρι», παρά την καταδίκη της χώρας μας από το ευρωπαϊκό δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων για το θέμα της υποχρεωτικότητας της συμμετοχής μαθητών και εκπαιδευτικών σ΄ αυτές. Η μόνη περίοδος που τέθηκε ουσιαστικά ζήτημα κατάργησής τους ήταν αμέσως μετά τη χούντα. Όμως οι παρελάσεις έμειναν ανέγγιχτες από οποιαδήποτε απόπειρα «εκσυγχρονισμού» ακολούθησε και έτσι μέχρι σήμερα μαθητές και μαθήτριες συνεχίζουν να παίζουν τα στρατιωτάκια με τους εκπαιδευτικούς (και ιδίως τους/τις γυμναστές/τριες) σε ρόλο «επιλοχία».

Από τη σκοπιά της παιδαγωγικής
       Προφανώς, η μαθητική παρέλαση (και μάλιστα στρατιωτικού τύπου) δεν αντέχει ούτε τη στοιχειώδη κριτική προσέγγιση από οποιαδήποτε σύγχρονη παιδαγωγική σκοπιά. Αφού όλα στην παρέλαση παραπέμπουν σε παιδαγωγικούς αρχαϊσμούς στρατιωτικού τύπου. Γι’ αυτό και όλη η προετοιμασία είναι μια ξεκομμένη δράση στο χώρο του σχολείου. Συναντά τη χαρούμενη αποδοχή των μαθητών/τριών, μόνο γιατί γίνεται «έξω» και αντιμετωπίζεται με την ιλαρότητα ενός παιχνιδιού ρόλων. Έτσι όμως η «εγχάραξη» επιτυγχάνεται πολύ ευκολότερα, αφού οι «συνθήκες πρόσληψης» είναι σχεδόν ιδανικές (πολύ θα θέλαμε ένα μεγάλο μέρος της καθημερινής εκπαιδευτικής διαδικασίας να γίνεται «έξω» και με «παιχνιώδη» διδακτική προσέγγιση).

 Όμως τι ακριβώς «εγχαράσσεται»;

α) Διαχωρισμός-διακρίσεις: αγόρια μπροστά, κορίτσια πίσω (ολοφάνερα σεξιστικό), αλλά και ψηλοί/ές μπροστά, κοντοί/ές πίσω (ολοφάνερα ακατανόητο) . Και κυρίως άξιοι/ες ξεχωριστά -η Ελλάδα της σημαίας-πληβείοι πίσω. Μάλιστα η εξάδα μόνο πηγαίνει συνήθως στη Δοξολογία και πάντα μπροστά- ξεκομμένη από τον υπόλοιπο μαθητικό όχλο. Εδώ, συναντάμε και το μεγάλο θέμα της απόρριψης των παιδιών με αναπηρίες. Η εγκύκλιος που επιτρέπει και τη συμμετοχή  ανάπηρων στην πράξη περιορίζεται στους/ις σημαιοφόρους και  αποτελεί καταφανώς επικοινωνιακό τρικ, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γενικευτεί, αφού οι απαιτήσεις για τη συμμετοχή στα «παρελαύνοντα τμήματα» δεν σέβονται διόλου τις ιδιαίτερες δυσκολίες και ανάγκες αυτών των παιδιών.

β) Θηριοδαμαστικός παβλοφισμός: Όλοι/όλες περπατάμε με το ίδιο αφύσικο βήμα, μετά από πολύωρη, μάλιστα, εκγύμναση , που μετατρέπει το σχολείο σε τσίρκο. Για να μπορούμε να «στοιχιζόμαστε» βλέποντας μόνο το κεφάλι του μπροστινού μας και να «ζυγιζόμαστε» ρίχνοντας ματιές στο πλάι στο/στη διπλανό/ή μας  και εντέλει να κινούμαστε σαν ρομποτάκια  με το ρυθμό που επιβάλλει  -παβλοφικά-η σφυρίχτρα ή το «ένα στο αριστερό».

γ) Αγελισμός - ομοιομορφία: συνδέεται με το προηγούμενο όσον αφορά στην κίνηση στο χώρο, αλλά επεκτείνεται και στην ενδυμασία. Την πιο ορατή προσπάθεια υποταγής του ατόμου στη μαζική ομοιομορφία του συνόλου. Τώρα τελευταία, μάλιστα, έχουμε σύνδεση του εθνικοσοσιαλιστικού αυτού κατάλοιπου με το θεσμό της χορηγίας. Συνήθως φροντιστήρια «χορηγούν» μέρος (φουλάρια, γιλέκα, μπερέδες κ.λ.π.)  της ενδυμασίας.
  
δ) Υποβιβασμός του ελεύθερου πολίτη σε υποταγμένο «υπήκοο»: Από ποιο φεουδαρχικό χρονοντούλαπο άραγε βγαίνουν αυτοί οι «επίσημοι» που στέκονται κάθε φορά στην εξέδρα (δεσπότης, στρατηγός, νομάρχης -οι αρχές και εξουσίες του τόπου) επιθεωρώντας με βλοσυρό βλέμμα τους υπηκόους τους, καθώς αυτοί τους  «αποδίδουν τιμές» (γιατί άραγε;) στρέφοντας την κεφαλή δεξιά (ενώ ταυτόχρονα κοιτάνε λοξά τη «στοίχισή» τους και ακόμα πιο λοξά τη «ζύγισή» τους);

ε) Κιτς και αισθητική κακογουστιά: Εκτός από τον τρόπο που κινούμαστε και τα ρούχα που φοράμε στην παρέλαση ακούμε και μουσική (δεν υπάρχει τελετουργία χωρίς μουσική υπόκρουση άλλωστε, εκτός από αυτές που απαιτούν πλήρη σιωπή). Και τι μουσική! Στρατιωτικά εμβατήρια (την κακοποίηση, δηλαδή, της όποιας συμφωνικής παράδοσης της Δύσης) που επενδύουν μουσικά κάποια άτεχνα στιχάκια εθνικιστικού κρεσέντου.

στ) Eθνικιστική μονοπολιτισμικότητα: Παρά τα ρητορικά φληναφήματα περί «σεβασμού των πολιτισμικών διαφορών» οι παρελάσεις αποτελούν έναν ακόμη  μηχανισμό (τον πιο χοντροκομμένο, ίσως) για την επιβολή είτε της αφομοίωσης είτε της ρατσιστικής απόρριψης και του αποκλεισμού του «διαφορετικού» από την εκπαιδευτική διαδικασία. Οι «καθιερωμένες» πλέον αντιπαραθέσεις γύρω από το ζήτημα των αλλοδαπών σημαιοφόρων το αποδεικνύουν περίτρανα.

Συνοπτικά, 
   Η ολοκληρωτική νοοτροπία, ο αποκλεισμός και οι διακρίσεις, ο μιλιταρισμός, η ψυχολογία μαζικής πειθαρχίας και η αφομοίωση δεν έχουν προφανώς καμιά σχέση με την κατάκτηση της ιστορικής γνώσης και την κριτική προσέγγιση της συλλογικής μνήμης από τους/τις μαθητές/τριες.
Αν κάτι πρέπει να διδάσκονται τα παιδιά από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο είναι αυτό που χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωναν στους δρόμους με τη λήξη του πολέμου:
                              "Ποτέ πια πόλεμος, ποτέ πια φασισμός στη γη"
Κι αυτό φυσικά δε μπορεί να γίνει μέσα από την παρέλαση, το αντίθετο μάλιστα.

*Το εποπτικό συμβούλιο των Πειραματικών Δημοτικών Σχολείων του ΠΤΔΕ-ΑΠΘ υποστηρίζει
ομόφωνα την απόφαση του συλλόγου διδασκόντων του 1ου  Πειραματικού Δημοτικού Σχολείου του ΠΤΔΕ-ΑΠΘ για τις παρελάσεις, θεωρώντας τις παρελάσεις ως συντηρητικά ιδεολογικά σύμβολα και αναχρονιστικές πρακτικές που αντιτίθενται στην υπόσχεση της Παιδαγωγικής ως επιστήμης της εκπαίδευσης για ένα ανθρώπινο και δημοκρατικό σχολείο για όλα τα παιδιά, που προετοιμάζει το δημιουργικό, κοινωνικό, ικανό για συνεργασία και ολόπλευρα ολοκληρωμένο άνθρωπο.
Το εποπτικό συμβούλιο
Τάσος Λιάμπας Λέκτορας, Αθανάσιος Αϊδίνης Επίκουρος καθηγητής,  Έφη Παπαδημητρίου Λέκτορας


Μήνυμα του Υπουργού Παιδείας προς τους μαθητές και τις μαθήτριες για την 25η Μαρτίου


Αναδημοσίευση από το Υπουργείο Παιδείας

 Όταν εκείνοι που εκπροσωπούν τον θεσμό του σχολείου, δάσκαλοι, καθηγητές, ακόμη και ο Υπουργός Παιδείας, απευθύνονται σε σας με την ευκαιρία της επετείου της μεγάλης ελληνικής επανάστασης, αισθάνονται ίσως μεγαλύτερη ανασφάλεια από εκείνη που αισθάνεστε εσείς όταν σηκώνεστε για μάθημα στον πίνακα. Γιατί τέτοιοι εορτασμοί είναι συχνά δίκοπο μαχαίρι: από τη μια πλευρά, αποδίδουν την οφειλόμενη μνήμη και τιμή στο γεγονός, από την άλλη, όμως, κινδυνεύουν να υποβαθμιστούν σε «πανηγυρικό», που συχνά αποξηραίνει το καθοριστικό ιστορικό συμβάν. Και είναι κρίμα, η μνημόνευση της δικής μας επανάστασης που κλόνισε συθέμελα καθεστώτα, ιεραρχίες, αυτοκρατορίες και συνειδήσεις, να καταλήγει ρουτίνα, και να φέρνει πλήξη σε νέους ανθρώπους.
   Ας δοκιμάσουμε να ξεπεράσουμε το εμπόδιο, τοποθετώντας τούτη τη μεγάλη ελληνική στιγμή στο ιστορικό της πλαίσιο, πλαίσιο ελληνικό, όχι μόνο ευρωπαϊκό, αλλά τελικά οικουμενικό. Η ελληνική επανάσταση υπήρξε «τέκνο» του Διαφωτισμού, ενός κινήματος που συνεπήρε τους ανθρώπους όπου Γης, καθώς συνειδητοποιούσαν ότι η καθεστηκυία τάξη δεν είναι γραμμένη στην πέτρα, διά παντός καθαγιασμένη και συνεπώς ακλόνητη. Ο κόσμος μπορούσε πλέον να γίνει, μέσα από τους αγώνες των ανθρώπων, κόσμος ισότητας, αδελφότητας και ελευθερίας.
   Η ελληνική επανάσταση υπήρξε μια έξοχη στιγμή εκείνης της άνοιξης των λαών. Όλες οι επαναστάσεις, όπως και η ελληνική, δημιούργησαν σε μεγάλο βαθμό τους λαούς που τις έκαναν. Ήταν οι λαοί που έφτιαξαν τους εαυτούς τους και την επανάστασή τους, σε μια εποχή όπου στην Ευρώπη και στον κόσμο κυριαρχούσαν οι απολυταρχικές μοναρχίες ή οι αυτοκρατορίες, όπως η οθωμανική.
   Η εποχή των επαναστάσεων έβαλε στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας το αίτημα για ελευθερία, το αίτημα για απελευθέρωση από τους βασιλιάδες, τους αυτοκράτορες και τον σουλτάνο. Όταν θα εκθρονιζόταν ο μονάρχης, δεν θα είχαμε πια υπηκόους, αλλά λαό, που δεν θα υπάκουε σε καμία άλλη εξουσία παρά στη δική του: λαός ελεύθερος, που θα ήταν υπήκοος αποκλειστικά του εαυτού του. Αυτός θα είναι ο «αυτοκράτωρ λαός», που έλεγε ο Ρήγας Φεραίος, και το «βασίλειό του» θα είναι η δική του επικράτεια, η λαϊκή κυριαρχία. Και η λαϊκή κυριαρχία είναι ταυτόσημη με τη δημοκρατία. Ο μόνος τρόπος που μπορεί ένας λαός να κυβερνά τον εαυτό του, και έτσι να είναι ελεύθερος, είναι η δημοκρατία. Όλα τα συντάγματα των δημοκρατιών όλου του κόσμου ορίζουν ρητά ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και ασκούνται από τον λαό.
   Ο λαός λοιπόν, όλοι εμείς, φτιάχνεται από ελεύθερους και ίσους πολίτες, που αποφασίζουν για την κοινή μοίρα τους, ξεπερνώντας διακρίσεις όπως η φυλή, το γένος, η θρησκεία και η γλώσσα. Όταν ο Ρήγας σχεδίαζε τη «Νέα Πολιτική Διοίκηση», δηλαδή το Σύνταγμα του κράτους που θα γεννιόταν με την επανάσταση, έλεγε ότι: «ο αυτοκράτωρ λαός είναι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου τούτου, χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου, Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένηδες, Τούρκοι και κάθε άλλο είδος γενεάς». Λίγα χρόνια πριν, το επαναστατικό σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ξεκινούσε με μια συγκλονιστική φράση: «εμείς, ο λαός…». Αυτό που όχι μόνο λένε, αλλά κάνουν αυτές οι τρεις λεξούλες είναι το μυστικό των επαναστάσεων του Διαφωτισμού: όταν οι άνθρωποι παίρνουν την τύχη τους στα χέρια τους και θεσπίζουν την πολιτική ενότητά τους παύουν να είναι απλώς άτομα, γίνονται «ο λαός». Και στην προμετωπίδα του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος», που συντάχθηκε στην Πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, το 1822, διαβάζουμε: «το Ελληνικόν Έθνος, το υπό την φρικώδη Οθωμανικήν δυναστείαν μη δυνάμενον να φέρη το βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον διά των νομίμων παραστατών του, εις Εθνικήν, συνηγμένων Συνέλευσιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν».
   Όπως και με το πρώτο σύνταγμα της Αμερικής, έτσι και τώρα, με το πρώτο σύνταγμα της επαναστατημένης Ελλάδας, ένας λαός ή ένα έθνος εγκαινιάζει την ύπαρξή του. «Την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν», αφού κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν πολιτικά να γίνουν λαός, και το διακηρύττουν «ενώπιον Θεού και ανθρώπων», αποτινάσσοντας κάθε λογής τυραννία που θα τους ήθελε υποταγμένους, απλούς υπηκόους.
   Και με ανάλογη αφορμή αξίζει να θυμόμαστε εκείνο που εξακολουθούν να μας λένε οι επαναστάτες του παρελθόντος. Γιατί ένας λαός ίσως χρειαστεί ξανά και ξανά να επιβεβαιώσει τον εαυτό του: κάθε φορά που θα είναι αναγκασμένος να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία του, την κυριαρχία του, την αξιοπρέπειά του και την περηφάνια του, τη δημοκρατία του, την πολιτική του ύπαρξη, κάθε φορά που θα χρειαστεί να ξαναπούμε όλοι μαζί: «εμείς, ο λαός».